Τελικά τι έφεραν οι εκλογές;

12.02

Ένα ερώτημα που μας απασχολεί όλους, είναι αν τα αποτελέσματα των εκλογών μας επιτρέπουν να είμαστε αισιόδοξοι ή απαισιόδοξοι.
Πριν απαντήσουμε στο ερώτημα, ας επιχειρήσουμε μια πρώτη αποτίμηση του εκλογικού αποτελέσματος.
Πρώτη παρατήρηση, η μεγάλη αποχή. Περίπου 10% μεγαλύτερη από τη συνήθη, (δηλαδή πάνω από 900.000ψηφοφόροι). Δείχνει κατά τη γνώμη μου την απογοήτευση των εκλογέων, την πίστη πολλών ότι όποιος και να κυβερνήσει δεν αλλάζουν τα πράγματα, αλλά και την πίστη άλλων ότι όποιος και αν κυβερνήσει, ούτως ή άλλως πάμε με αυτόματο ή ετεροκαθοριζόμενο πιλότο. Οι πεποιθήσεις αυτές, συνάδουν με τις γενικά εκφραζόμενες απόψεις, ότι οι μας καθορίζουν οι ξένοι τις τύχες μας, ότι κάποια ξένα σκοτεινά κέντρα κανονίζουν τα γεγονότα-απόψεις που εμπίπτουν στη σφαίρα της συνομωσιολογίας. Συνάδουν όμως και με απόψεις του τύπου, όλοι είναι άχρηστοι και ανίκανοι, και δεν ψηφίζω κανένα. Αν στην τελευταία σκέψη προσθέσεις και το ότι τους χρειάζεται ένα μάθημα, θέλουν μια τιμωρία, τότε βρίσκεις και ένα βασικό επιχείρημα εκείνων που ψήφισαν Χρυσή Αυγή.

Εκφράζουν άρνηση, μίσος και επιθυμία τιμωρίας για τους «σάπιους» πολιτικούς, αλλά και τους «σάπιους» δημοκρατικούς θεσμούς, οι οποίοι σύμφωνα με την άποψή τους εξέθρεψαν «αυτό το σάπιο πολιτικό σύστημα». Η ενσυνείδητη αποχή, διαφέρει από την ψήφο στη Χρυσή Αυγή, σε σημαντικές παραμέτρους, κυρίως όμως ότι η ψήφος στην τελευταία εμπεριέχει το στοιχείο της τιμωρίας, του μίσους, της εκδίκησης. Γι αυτό ακριβώς είναι και φασιστική. Όμως μας αρέσει δε μας αρέσει, είναι υπαρκτή και είναι ένας από τους νικητές των εκλογών, μετά την αποχή. Και τα δύο είναι προφανώς μια αρνητική εξέλιξη.

Ο τρίτος νικητής, είναι η απόλυτη πια κυριαρχία του Ευρωπαϊκού προσανατολισμού της χώρας, που τόσο είχε αμφισβητηθεί τα τελευταία χρόνια. Παρά το ότι ο προσανατολισμός αυτός έχει διάφορες εκφάνσεις, εντούτοις, αν εξαιρέσει κανείς το ΚΚΕ και τη Χ.Α., μετά από πολλές περιπέτειες, τα «μνημονιακά» κόμματα ξεπερνούν πια το 80%. Μπορεί κάποιοι να θεωρούν ότι η σχέση μας με την Ευρώπη μπορεί να είναι μονίμως διεκδικητική, γιατί οι ευρωπαίοι μας χρωστάνε, γιατί είμαστε περιούσιοι κλπ άλλοι να πιστεύουν ότι απλά πρέπει να «υπακούμε» στα της Ευρώπης, όλοι όμως αποδέχονται ότι η στρατηγική θέση της χώρας είναι εντός Ε.Ε.
Αυτή είναι μια θετική νίκη και ίσως είναι η βασικότερη παράμετρος για την πορεία της χώρας από εδώ και πέρα.

Τέταρτος νικητής είναι αναμφισβήτητα ο Αλέξης Τσίπρας, και δευτερευόντως,-πολύ δευτερευόντως- ο ΣΥΡΙΖΑ. Ο Τσίπρας πήρε το παιχνίδι επάνω του και κυριάρχησε στο πολιτικό σκηνικό, έχοντας πάντα σε προτεραιότητα το προσωπικό του πολιτικό κεφάλαιο και δείχνοντας μεγάλη τόλμη στις προσωπικές τακτικές κινήσεις. Η ηθική που εμμέσως προβάλει ως άλλοθι στους τακτικισμούς του, είναι απλή. « Απέδειξα ότι έχω καλή πρόθεση, είμαι έντιμος και αγωνιστής. Αν με διατηρήσετε στην εξουσία παρά τα λάθη, την απειρία, τις παλινωδίες και τις αμφισημίες μου, παρά τα βάρη που επισώρευσα στη χώρα, η δική μου εξουσία εγγυάται περισσότερο από τους άλλους ότι τελικά θα υπερβούμε την κρίση, με τις ελάχιστες κατά το δυνατό θυσίες». Ο λαός του έδωσε λοιπόν μια δεύτερη ευκαιρία, εξακολουθώντας να είναι γοητευμένος από τα επικοινωνιακά του χαρίσματα.
Η νίκη αυτή είναι θέμα χρόνου να αποδειχθεί θετική ή αρνητική.

Πέμπτος νικητής είναι ο Βαγγέλης Μεϊμαράκης, ο οποίος από την αποστρατεία, βρέθηκε ξαφνικά να ηγείται με αξιώσεις και να συσπειρώνει το κόμμα του, το οποίο βολόδερνε δημοσκοπικά. Η νίκη αυτή, δεν έχει τόση σημασία για τη χώρα, αν και για τη Ν.Δ., είναι μάλλον αρνητική διότι περιπλέκει περαιτέρω τη διαδικασία αλλαγής ηγεσίας, σε περίπτωση που ο Μειμαράκης επιθυμεί να είναι και ο ίδιος υποψήφιος, κάτι που όμως δε διαφαίνεται, αφού ήδη δρομολόγησε τις διαδικασίες διαδοχής. Σε κάθε περίπτωση και μέχρι ο νέος αρχηγός να βρει το βηματισμό του, η ΝΔ είναι εξουδετερωμένη πολιτικά για τους επόμενους 6-8 μήνες.

Νικητής από σπόντα είναι βέβαια και ο Καμμένος, γιατί απλά κατάφερε να βρεθεί εντός βουλής. Η νίκη του αυτή, λειτούργησε θετικά για το ΣΥΡΙΖΑ με τον άμεσο σχηματισμό Κυβέρνησης αλλά απομένει να δούμε πως θα λειτουργήσει μακροπρόθεσμα. Από την άλλη πλευρά, λειτούργησε θετικά και για τη Δημοκρατική Συμπαράταξη αλλά και το ποτάμι, μια που τους απάλλαξε από το δίλημμα συμμετοχής ή όχι στην κυβέρνηση.

Η Δημοκρατική Συμπαράταξη, κατάφερε να αυξήσει τα ποσοστά του Ιανουαρίου, χωρίς να φτάσει όμως τα ποσοστά της «Ελιάς». Ακόμη και αυτό όμως είναι νίκη κυρίως για δυο λόγους. Ο ένας είναι ότι σταμάτησε ο κατήφορος των ποσοστών. Το φάντασμα της εξαϋλωσης παύει στην ουσία να υφίσταται. Ο δεύτερος και σημαντικότερος είναι ότι είναι η μόνη πολιτική παράταξη που αισθάνεται πολιτικά δικαιωμένη για τις στρατηγικές επιλογές της όσο ήταν στην Κυβέρνηση και αυτό εκφράστηκε από το πολύ θετικό κλίμα που είχε κατά την προεκλογική περίοδο, όμως έχει ακόμη να αντιπαλέψει με το παρελθόν της. Γι αυτό και το θετικό κλίμα δεν αποδόθηκε σε ψήφους. Όμως έχει αρχίσει πάλι να αποκτά ακροατήριο. Επιπλέον, όντας σε πολύ μεγάλο βαθμό ανανεωμένη, έχει την ευκαιρία να αναδειχθεί σε κύρια εποικοδομητική αντιπολιτευτική δύναμη.
Τέλος σχετικά με το Ποτάμι, προσωπική μου άποψη είναι ότι έχασε ψηφοφόρους αλλά δεν υπέστη αυτό που λέμε συντριπτική ήττα. Χρειάζεται περίσκεψη και κυρίως περισσότερη πολιτική και λιγότερη αλαζονεία της αριστείας. Ας ρίξει μια ματιά στη Δημοκρατική συμπαράταξη και ας προσπαθήσει να ενωθεί δημιουργώντας την ενιαία κεντροαριστερά.
Στο επόμενο άρθρο μας, έχοντας υπόψη και τα μέλη της Κυβέρνησης που σχηματίστηκε, θα δούμε αν πρέπει να είμαστε αισιόδοξοι.