Ελλαδα
Τα 3 «κόλπα» των μεγάλων φοροφυγάδων – Πώς επιχειρούν να εξουδετερώσουν το ψηφιακό οπλοστάσιο της ΑΑΔΕ για να εμφανίζουν μικρότερα έσοδα

Η αποκάλυψη ακόμα μιας μεγάλης υπόθεσης φοροδιαφυγής, επιβεβαιώνει ότι ναι μεν η Φορολογική Αρχή, έχει εξελίξει σε σημαντικό βαθμό τα σύγχρονα ψηφιακά εργαλεία της, αξιοποιώντας και την Τεχνητή Νοημοσύνη, ωστόσο η φοροδιαφυγή «καλά κρατεί», αφού τα κυκλώματα καταφέρνουν να βρίσκονται ένα βήμα πιο μπροστά, προκαλώντας μεγάλες απώλειες στα έσοδα του κράτους.
Τρεις είναι οι βασικές μέθοδοι που χρησιμοποιούν τα κυκλώματα της φοροδιαφυγής, για να αποκρύπτουν πωλήσεις και να εμφανίζουν μικρότερα έσοδα από τα πραγματικά.
Πρόκειται για τη χρήση «μαϊμού» ταμειακών μηχανών, την καταχρηστική αξιοποίηση νόμιμων φορολογικών μηχανισμών και την εγκατάσταση παράνομων λογισμικών που αλλοιώνουν τα δεδομένα των συναλλαγών.
Ειδικά η πρακτική των παράνομων λογισμικών, βρίσκεται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος με αφορμή την υπόθεση της Pizza Fan, η οποία ερευνάται για φοροδιαφυγή 25 εκατ. ευρώ από το 2022, μέσω λογισμικού που φέρεται να αλλοίωνε τα δεδομένα των συναλλαγών και να απέκρυπτε μέρος του πραγματικού τζίρου, με αποτέλεσμα να εμφανίζονται χαμηλότερες πωλήσεις και να μην αποδίδεται ο αναλογών ΦΠΑ.
Η υπόθεση αναδεικνύει τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι ελεγκτικές Αρχές όταν η φοροδιαφυγή δεν περιορίζεται στη μη έκδοση αποδείξεων, αλλά επεκτείνεται στα ίδια τα ηλεκτρονικά συστήματα καταγραφής των πωλήσεων.
Η πρώτη μέθοδος βασίζεται στη χρήση ηλεκτρονικών υπολογιστών και ειδικού λογισμικού για την παραγωγή και εκτύπωση παραστατικών που μοιάζουν με κανονικές αποδείξεις, χωρίς όμως να έχουν εκδοθεί από εγκεκριμένο φορολογικό μηχανισμό (δηλαδή πρόκειται για «μαϊμού» ταμειακές μηχανές).
Ο καταναλωτής παίρνει στα χέρια του ένα χαρτί που φαίνεται νόμιμο, χωρίς να γνωρίζει απαραίτητα ότι δεν αποτελεί έγκυρο φορολογικό στοιχείο. Η συναλλαγή δεν καταγράφεται με τον προβλεπόμενο τρόπο στα λογιστικά αρχεία της επιχείρησης, με αποτέλεσμα τα αντίστοιχα έσοδα να μένουν εκτός φορολογικής δήλωσης. Έτσι, το Δημόσιο χάνει έσοδα από τον φόρο εισοδήματος και τον ΦΠΑ, ενώ ο πελάτης παραπλανείται, θεωρώντας ότι έχει λάβει κανονική απόδειξη.
Το δεύτερο κόλπο, βασίζεται στην καταχρηστική αξιοποίηση νόμιμων φορολογικών μηχανισμών. Η επιχείρηση μπορεί να εκδίδει δελτία παραγγελίας χωρίς να ακολουθεί απόδειξη αντίστοιχης αξίας ή να εμφανίζει μαζικές ακυρώσεις συναλλαγών και εκπτώσεις που δεν δικαιολογούνται από την πραγματική εμπορική δραστηριότητα. Ιδιαίτερη προσοχή προκαλούν οι περιπτώσεις στις οποίες καταγράφεται μεγάλος αριθμός ακυρωτικών σημειωμάτων στο τέλος της ημέρας ή ασυνήθιστα υψηλή αξία εκπτώσεων. Οι κινήσεις αυτές δεν αποδεικνύουν από μόνες τους φοροδιαφυγή, αποτελούν όμως ενδείξεις που απαιτούν περαιτέρω έλεγχο. Για τον εντοπισμό πιθανών παραβάσεων, οι ελεγκτές εξετάζουν τα ψηφιακά αρχεία των φορολογικών μηχανισμών, αναλύοντας τη συχνότητα, την αξία και τον χρόνο έκδοσης των παραστατικών, των ακυρώσεων και των εκπτώσεων. Από τη διασταύρωση των δεδομένων μπορούν να εντοπιστούν αποκλίσεις και να προσδιοριστούν έσοδα που ενδεχομένως δεν δηλώθηκαν.
Η τρίτη μέθοδος είναι ιδιαίτερα σύνθετη, καθώς η απόδειξη μπορεί να εκδίδεται κανονικά και η αλλοίωση των στοιχείων να γίνεται σε μεταγενέστερο στάδιο. Παράνομα λογισμικά μπορούν να παρεμβαίνουν στα δεδομένα των συναλλαγών, μεταβάλλοντας ποσότητες, αξίες ή είδη προϊόντων που έχουν καταγραφεί, με στόχο να εμφανίζεται μικρότερος τζίρος από τον πραγματικό. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η εκτυπωμένη απόδειξη δεν αποκαλύπτει απαραίτητα την έκταση της παρέμβασης. Οι ελεγκτές χρειάζεται να εξετάσουν τα ψηφιακά αρχεία και τα δεδομένα των φορολογικών μηχανισμών, ώστε να διαπιστώσουν αν έχουν γίνει μεταβολές και να ανασυνθέσουν την πραγματική εικόνα των πωλήσεων.
πηγή Protothema.gr