Τέλος εποχής: Ο Βούτσιτς κατέρρευσε με κρότο

11.31

Το κίνημα της νεολαίας και των απλών ανθρώπων στη Σερβία κατάφερε μία συντριπτική νίκη. Οι φοιτητές κατάφεραν να δώσουν πολιτική έκφραση στο κίνημα που συντάραξε τη χώρα για δύο χρόνια και να οδηγήσουν στην έξοδο τον Αλεξάνταρ Βούτσιτς, που καθόρισε την πολιτική ζωή της Σερβίας για πάνω από μία δεκαετία.

Το δυστύχημα της 1ης Νοεμβρίου του 2024 στον σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης Νόβι Σαντ που στοίχισε τη ζωή σε 16 ανθρώπους, όταν κατέρρευσε το στέγαστρο ανακαινισμένου κτιρίου, αποτέλεσε τη θρυαλλίδα για το ξέσπασμα ενός κινήματος ενάντια στη συγκάλυψη και τη διαφθορά με πρωταγωνιστές τους φοιτητές.

Έκτοτε οι μαζικές διαμαρτυρίες κλιμακώθηκαν, απλώθηκαν στις τάξεις των αγροτών και των εργατών και απέκτησαν αντικυβερνητικό χαρακτήρα. Στην Ελλάδα το κίνημα αυτό αναφέρεται συχνά ως «Τέμπη της Σερβίας», εξαιτίας αφενός του δυστυχήματος και των αιτιών που το προκάλεσαν και αφετέρου των μαζικών κινητοποιήσεων που ακολούθησαν.

Ελλείψει πολιτικής εναλλακτικής στον Βούτσιτς, οι φοιτητές κατάρτησαν ψηφοδέλτια με τη συμμετοχή πανεπιστημιακών, αγροτών, διασημοτήτων και απλών ανθρώπων και διεκδίκησαν τη νίκη στις εκλογές με διακηρυγμένο στόχο την ανασυγκρότηση της οικονομίας της Σερβίας και την αποκατάσταση της δημοκρατίας στη χώρα.

Με ρεκόρ συμμετοχής 67,6% στις κάλπες – το υψηλότερο από τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας το 1992 -η «Λίστα των Φοιτητών» σημείωσε «καθαρή» νίκη.

Αν και υπήρξαν ανησυχίες ότι ο Βούτσιτς θα μπορούσε να αμφισβητήσει το αποτέλεσμα, ο ίδιος αναγκάστηκε να παραδεχτεί την ήττα του. Το κόμμα του αναμένεται να συγκεντρώσει 105 έδρες στο σερβικό κοινοβούλιο των 250 εδρών ενώ η «Λίστα των Φοιτητών» 135 έως 140.

Στο κοινοβούλιο εισέρχονται ακόμα δύο μειονοτικά κόμματα.

Στο μήνυμά της ήττας, ο Βούτσιτς κατηγόρησε για ακόμα μία φορά τους φοιτητές ότι η νίκη τους θα σημάνει αποσταθεροποίηση για τη χώρα, ενώ τα προηγούμενα χρόνια παρουσίαζε το κίνημα ως δάκτυλο ξένων δυνάμεων.

Η πορεία του Βούτσιτς – Από την άνοδο στην πτώση

Η πτώση του Βούτσιτς είναι εκκωφαντική καθώς ήταν ο απόλυτος πρωταγωνιστής στην πολιτική ζωή της Σερβίας για πάνω από μία δεκαετία. Ξεκίνησε ως εθνικιστής αλλά στην πορεία εμφανίστηκε ως «ρεαλιστής ηγέτης» επιδιώκοντας δεσμούς με την Ευρωπαϊκή Ένωση αλλά και τη Ρωσία και την Κίνα.

Τα τελευταία χρόνια ανέπτυξε όλο και στενότερους δεσμούς με το Ισραήλ.

Γεννημένος στο Βελιγράδι και με σπουδές στη Νομική, ο Βούτσιτς εισήλθε στην πολιτική το 1993 ως μέλος του υπερεθνικιστικού Σερβικού Ριζοσπαστικού Κόμματος, υπό την ηγεσία του Βόισλαβ Σέσελ.

Μία από τις αξιομνημόνευτες δηλώσεις του έγινε στο κοινοβούλιο της Σερβίας τον Ιούλιο του 1995, εννέα μέρες μετά τη γενοκτονία της Σερμπρένιτσα: «Σκοτώστε έναν Σέρβο, κι εμείς θα σκοτώσουμε 100 Μουσουλμάνους».

Ο πολιτικός μέντορας του Βούτσιτς εκείνη την εποχή, ο Σέσελι, καταδικάστηκε το 2018 σε κάθειρξη 10 ετών από το Τμήμα Εφέσεων του Διεθνούς Μηχανισμού για τα Ποινικά Δικαστήρια, για διώξεις, εκτοπισμούς και αναγκαστικές μετακινήσεις μη Σέρβων κατά τη διάρκεια των πολέμων στα Βαλκάνια τη δεκαετία του 1990.

Ο Αλεξάνταρ Σέσελι, γιος του Βόισλαβ Σέσελι, περιλαμβανόταν στο εκλογικό ψηφοδέλτιο του Βούτσιτς στις εκλογές της Κυριακής.

Το 2008, μετά από μία διάσπαση του Σερβικού Ριζοσπαστικού Κόμματος, ο Βούτσιτς ιδρύει το SNS (Σερβικό Προοδευτικό Κόμμα). Ο προσανατολισμός του νέου κόμματος είναι προς την Ευρώπη ακολουθώντας την τάση της εποχής, όπου ακροδεξιά και εθνικιστικά κόμματα ταυτίζονταν πλέον με την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση και η Ε.Ε. δεχόταν ευχαρίστως τη «μεταστροφή» τους.

Το SNS ανέλαβε την εξουσία το 2012 υποσχόμενο να καταπολεμήσει τη διαφθορά και το οργανωμένο έγκλημα πατώντας πάνω στην αγανάκτηση του κόσμου στη Σερβία.

Ο Βούτσιτς διετέλεσε πρώτος αντιπρόεδρος της κυβέρνησης από το 2012 έως το 2014, προτού αναλάβει το αξίωμα του πρωθυπουργού το 2014. Τρία χρόνια αργότερα, έγινε πρόεδρος της Σερβίας και επανεξελέγη το 2022. Η θητεία του ήταν προγραμματισμένο να διαρκέσει έως το 2027.

Οι υποσχέσεις για καταπολέμηση της διαφθοράς διαψεύστηκαν και το οικονομικό επίπεδο των Σέρβων παρέμενε πολύ χαμηλό παρά την εισροή ξένων επενδύσεων και τη μείωση της ανεργίας.

Στο ενδιάμεσο, ο Βούτσιτς όχι μόνο κατόρθωσε να εδραιώσει τη θέση του αλλά και να θέσει υπό τον έλεγχό του κρατικούς θεσμούς, που χρησιμοποίησε ως πολιτικά εργαλεία, ενώ είχε τον απόλυτο έλεγχο των ΜΜΕ.

Εν τω μεταξύ τα φαινόμενα διαφθοράς συνεχίζονταν κανονικά.

Οι φοιτητές εξέφρασαν τη λαϊκή οργή – Από τους δρόμους στο Κοινοβούλιο

 Σχετικά με τις πολιτικές του Βούτσιτς, ο πολιτικός επιστήμονας Ντούσκο Ραντοσαβλίεβιτς δήλωσε στο Al Jazeera ότι η περασμένη δεκαετία χαρακτηρίστηκε από «συστηματική πίεση και  καταστροφή των κοινωνικών θεσμών».

«Οι κρατικές υπηρεσίες πληροφοριών αφιέρωσαν λιγότερο χρόνο στα πραγματικά τους καθήκοντα και περισσότερο στην παρακολούθηση πολιτικών αντιπάλων, ενώ η κριτική σκέψη εκτοπίστηκε από τα δημόσια μέσα ενημέρωσης», πρόσθεσε. «Οι φοιτητές έδωσαν απλώς φωνή στη δικαιολογημένη οργή των πολιτών».

Ο εκλογικός αγώνας ήταν άνισος. Χωρίς μηχανισμό και χωρίς πρόσβαση σε θεσμούς και ΜΜΕ οι φοιτητές κατάφεραν να ανατρέψουν τον Βούτσιτς αποδεικνύοντας ότι ακόμα και τα καθεστώτα έχουν ημερομηνία λήξης και λυγίζουν υπό το βάρος των αποφασιστικών και μαζικών κινητοποιήσεων.

Με την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων δεκάδες χιλιάδες βγήκαν στον δρόμο για να γιορτάσουν τη «νίκη του λαού» με τους πανηγυρισμούς να κρατούν όλο το βράδυ.

Σημάδι των καιρών

 Τώρα η «Λίστα των φοιτητών» είναι αντιμέτωπη με μία μεγάλη πρόκληση. Θα κληθεί να κυβερνήσει, να αποδώσει δικαιοσύνη, να πατάξει τη διαφθορά αλλά και να χειριστεί το δημόσιο χρέος και το χαμηλό βιοτικό επίπεδο.

Σίγουρα πρόκειται για μία δύσκολη υπόθεση που γίνεται ακόμα δυσκολότερη εξαιτίας του ρευστού γεωστρατηγικού περιβάλλοντος και των συμμαχιών που θα επιλέξει να συνάψει η νέα κυβέρνηση. Το πολιτικό στίγμα δεν είναι ξεκάθαρο σε μία σειρά από ζητήματα και υπάρχει το ερώτημα εάν θα είναι ενιαίο.

Σε κάθε περίπτωση όμως, οι εκλογές στη Σερβία αποτελούν τομή και αυτό δεν αφορά μόνο την ιστορία της βαλκανικής χώρας.

Η άνοδος του Τραμπ και της ακροδεξιάς σε μία σειρά από χώρες, η υποχώρηση των παραδοσιακών κομμάτων (δεξιάς και σοσιαλδημοκρατίας), οι πολυάριθμες συγκρούσεις που ξεσπούν ανά τον κόσμο και η ρητορική των ισχυρών που απεκδύεται τον όποιο μανδύα δημοκρατικότητας είναι η μία όψη του νομίσματος.

Η άλλη όψη είναι ότι σε αυτές τις συνθήκες τα κινήματα επανέρχονται στο προσκήνιο. Και αυτό δεν αφορά μόνο τη Σερβία, όπως εξάλλου διαπιστώνουμε τις τελευταίες εβδομάδες με τα κινήματα της νεολαίας στην Ευρώπη αλλά και στην Ινδία, στο Μαρόκο και αλλού.

Οι εκλογές στη Σερβία που συνέπεσαν με τις εκλογές στη Βραζιλία, όπου η κεντροαριστερά κατάφερε μία σημαντική νίκη ενάντια στην ακροδεξιά, είναι σημάδι των καιρών, είναι ένα αποτέλεσμα της πόλωσης που αποτελεί το βασικό χαρακτηριστικό των καιρών μας. Το πώς θα εξελιχθεί μένει να φανεί.

Πηγή in.gr